11.5.10

Στο συνάνθρωπό μου, που έτσι απλά μιλήσαμε για λίγο

Ανέβα σου λέω. Ανέβα. Ακούς; Ανέβα. 
Να, σπίτια βλέπω να καίγονται, ανθρώπους στην ομίχλη να χάνονται. 
Ανέβα. Ανέβα σου λέω. 
Βλέπω τα σπίτια να μικραίνουν κι ανθρώπους σα τα σκυλιά, για μια μπουκιά να πολεμάνε. 
Ανέβα σου λέω. Ανέβα. 
Βλέπω τα πουλιά κοπάδια μαζί να φεύγουν. Μα πού και γιατί; Ανέβα σου λέω. Ανέβα.
Βλέπω τ' αστέρια. Πώς φαίνονται από μακριά. Όμορφα και λαμπερά σαν την ελπίδα. Μα τώρα σκόνη είναι. 
Ανέβα. Ανέβα σου λέω. Ανέβα.
Μόνος είμαι και κρυώνω. Μόνος λευκός, χωρίς πια γιατί. Σώθηκε το καντήλι μου. 
Ανέβα σου λέω. Ανέβα. 
Ακούω έναν χτύπο συνεχώς κι ένα φως να με τυλίγει από παντού.
 
Ανέβα. Ανέβα φίλε μου. Σιγά-σιγά. 
Βλέπω ένα χέρι, μικρό, τοσοδούλικο. Βλέπω ένα φίδι να φεύγει απ' το κεφάλι μου και να εξαφανίζεται.
Βλέπω τους φθόγγους κρύσταλλα να γίνονται, βροχή να γίνονται... Ο καθρέφτης, πού 'ναι ο καθρέφτης, κι εγώ βροχή και ήχος γίνομαι, χάνομαι, πού μ' έβαλες, χάνομαι, δεν είμαι, γύρνα με πίσω, δεν ήθελα εγώ, εσύ μ' έβαλες, γύρνα με πίσω, δεν είμαι, δεν ξέρω, δεν θέλω να ξέρω, τ' ακούς; Δεν θέλω. 
Ανέβα. Ανέβα σου λέω. Τώρα δεν έχει πίσω. Ανέβα. Στράτευσε και το έσχατο μόριο της ύπαρξής σου. Κλέψε. Σκότωσε. Άλλαξε. Ανέβα. Δεν έχει πίσω. Ανέβα, φίλε μου. Πίστεψέ με γίνεται. 

Κρυώνω, δε μπορώ. Σκόνη έγινα κι εγώ. Δεν ξέρω. Δεν είμαι. Σκόνη. Σκόνη. Σκόνη. 
Ανέβα. Σε ικετεύω. Δε βλέπεις; Ακόμα μιλάμε. Ακόμα υπάρχεις. Με καθρέφτη το πρόσωπό μου. Σε ικετεύω ανέβα.
Δεν έχω πια χέρια να κινήσω. Δεν έχω πια νου να ταξιδέψω.
Ανέβα. Ανέβα. Σε παρακαλώ, ανέβα. Έχεις. Έχεις το βουητό αυτών που έφυγαν. Έχεις το νερό που άχρονο κυλά, χωρίς σκοπό. Ανέβα. Ανέβα.
 
Βλέπω ένα κόκκινο. Μονάχα κόκκινο. Με λάμψεις βροντερές. Κόκκινο. Κόκκινο. Κόκκινο.
Στάσου, τί βλέπεις; 
Κόκκινο, μονάχα κόκκινο.
Κατέβα. Κατέβα τώρα. Γρήγορα, να προλάβεις. Κατέβα. Άσε να κυλήσει το κόκκινο. Κατέβα. 
ΠΕΣ ΜΟΥ, ΤΩΡΑ ΤΙ ΒΛΕΠΕΙΣ; 
Βλέπω δυο ανθρώπους γύρω απ' τη φωτιά, να ζεσταίνονται, να συνομιλούν.
ΠΕΣ ΜΟΥ ΤΩΡΑ, ΤΙ ΑΛΛΟ ΒΛΕΠΕΙΣ; 
Βλέπω δυο δέντρα, ρυάκια να κυλούν στο πλάι των ανθρώπων, βλέπω ανθρώπους μικρούς, ίσαμε ένα θαμνάκι, να τρέχουν με χέρια ανοιχτά πίσω από ένα σπουργίτι.
ΠΕΣ ΤΩΡΑ, ΑΛΛΟ ΤΙ ΒΛΕΠΕΙΣ;
Βλέπω το πρόσωπό μου πια να σχηματίζεται.
Βλέπω το ένα να ζει μέσα απ' το καθένα.

(Αντρέι Ταρκόφσκι 1932-1986
Ρώσος σκηνοθέτης και σεναριογράφος)
Το έργο του Ταρκόφσκι χαρακτηρίζεται από τα χριστιανικά και μεταφυσικά θέματα, τους αργούς ρυθμούς, τα εξαιρετικής αισθητικής και μακράς διάρκειας μακρινά πλάνα. Επαναλαμβανόμενα μοτίβα στα έργα του είναι τα όνειρα, η μνήμη, η παιδική ηλικία, το τρεχούμενο νερό, η φωτιά, η βροχή, οι αναμνήσεις. Σταδιακά, ανέπτυξε μια προσωπική θεωρία γύρω από τον κινηματογράφο, την οποία ονόμασε «γλυπτική του χρόνου». Πίστευε ότι το κύριο χαρακτηριστικό του κινηματογράφου είναι ο μετασχηματισμός της ανθρώπινης εμπειρίας του χρόνου. Το αμοντάριστο υλικό, έλεγε, καταγράφει τον πραγματικό χρόνο. Γι' αυτό χρησιμοποιούσε τον αργό ρυθμό και τα μεγάλα πλάνα, για να δώσει στον θεατή την αίσθηση του χρόνου που περνά και χάνεται, αλλά και να αναδείξει την ιδιαιτερότητα της κάθε στιγμής. Τη θεωρία του για τη «γλυπτική του χρόνου» ανέπτυξε στις ταινίες του «Ο Καθρέπτης» (1975) και «Στάλκερ» (1979)
"Ο άνθρωπος είναι απασχολημένος να κυνηγά φαντάσματα και να προσκυνά είδωλα.  Στο τέλος όλα καταλήγουν σ’ ένα, και μάλιστα απλό στοιχείο, το μόνο στο οποίο μπορεί να υπολογίζει στη ζωή του: την ικανότητα να αγαπάει. Το στοιχείο αυτό μπορεί να αναπτυχθεί μες στη ψυχή και να γίνει ο υπέρτατος παράγοντας που καθορίζει το νόημα της ζωής ενός ανθρώπου. 
Έργο μου είναι να κάνω το θεατή που βλέπει τις ταινίες μου να συνειδητοποιήσει την ανάγκη του να αγαπάει και να τον αγαπούν, να καταλάβει ότι τον καλεί η ομορφιά κοντά της".
(Από το βιβλίο "Σμιλεύοντας τον χρόνο" του Αντρέι Ταρκόφσκι, Εκδόσεις Νεφέλη)
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails Bookmark and Share