Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10.12.12

Ο κύκλος του 99

Ζούσε κάποτε, πριν πολλά χρόνια, ένας βασιλιάς πολύ θλιμμένος που είχε έναν υπηρέτη χαρούμενο και αισιόδοξο. Κάθε πρωί ξυπνούσε τον βασιλιά πηγαίνοντας του το πρόγευμα, τραγουδούσε χαρούμενα στιχάκια, του έκανε αστείους μορφασμούς. Στο κεφάτο πρόσωπό του υπήρχε πάντα ένα μεγάλο φωτεινό χαμόγελο, αλλά και όλη του η ζωή ήταν ήρεμη και ευτυχισμένη. 
Κάποια μέρα ο βασιλιάς δεν άντεξε και τον ρώτησε: 

- Ποιό είναι το μυστικό σου;

7.12.12

Αν ήταν όλα… αλλιώς




    • Αν η ψυχή μας φορούσε πάντα τα καλά της και καλωσόριζε τα όνειρά μας….
    • Αν το καράβι μας έφτανε φωταγωγημένο στο λιμάνι που είχαμε διαλέξει….
    • Αν στην προβλήτα μας περίμεναν, με ανθοδέσμες και χειροκροτήματα, όλοι αυτοί που αγαπήσαμε….

    26.1.10

    Όπου σε πάει η καρδιά...


     
    Πήγαινε όπου η καρδιά σε πάει 
    Κι όταν μπροστά σου
    ανοίγονται πολλοί δρόμοι
    και δεν ξέρεις ποιόν να διαλέξεις
    μην πάρεις ποτέ τυχαία κάποιον
    μα κάθισε και... περίμενε.
    Ανέπνευσε βαθειά με εμπιστοσύνη
    όπως έκανες τότε.. την πρώτη μέρα
    που ήλθες σ' αυτό τον κόσμο,
    χωρίς τίποτε να σ'αποσπά
    περίμενε και... περίμενε ακόμα.
    Μείνε στην σιωπή σου
    και αφουγκράσου την καρδιά.
    Κι αν η καρδιά σου απαντήσει
    σήκω... και πήγαινε
    όπου η καρδιά σε πάει!

    Όσα συμβαίνουν στη ζωή
    ποτέ δεν τελειώνουν
    εκεί που αρχίζουν...
    Χάρισμα είναι... κάθε συνάντηση
    κάθε ασήμαντο της ζωής γεγονός
    κλείνει μέσα του μια ευκαιρία...
    Η κατανόηση του εαυτού γεννιέται
    απ' τη δική σου προθυμία...
    κι απ' τη δυνατότητα ν' αλλάξεις
    κατεύθυνση ζωής... κάθε στιγμή!
    Πήγαινε όπου η καρδιά σε πάει! 





    Susanna Tamaro 
    (Ιταλίδα συγγραφέας)
     

    17.1.10

    Θέλω... από σένα!




    • Θέλω να με ακούς, χωρίς να με κρίνεις. 
    • Θέλω τη γνώμη σου, χωρίς συμβουλές. 
    • Θέλω να με εμπιστεύεσαι, χωρίς απαιτήσεις. 
    • Θέλω τη βοήθειά σου, κι όχι ν'αποφασίζεις για μένα.
    • Θέλω να με προσέχεις, χωρίς να με ακυρώνεις. 
    • Θέλω να με κοιτάς, χωρίς να προβάλεις τον εαυτό σου σε μένα. 
    • Θέλω να μ΄αγκαλιάζεις, χωρίς να με κάνεις να ασφυκτιώ. 
    • Θέλω να μου δίνεις ζωντάνια, χωρίς να με σπρώχνεις. 
    • Θέλω να με υποστηρίζεις, χωρίς να με φορτώνεσαι. 
    • Θέλω να με προστατεύεις, χωρίς ψέματα. 
    • Θέλω να πλησιάζεις χωρίς, να εισβάλλεις. 
    • Θέλω να ξέρεις τις πλευρές μου που πιο πολύ σε ενοχλούν. Να τις αποδέχεσαι και να μην προσπαθείς να τις αλλάξεις.
    • Θέλω να ξέρεις ... πως σήμερα, σήμερα μπορείς να βασίζεσαι πάνω μου ... 
    • Χωρίς όρους.
    (Από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι "Ιστορίες να σκεφτείς")
    weekend-desi-glitters-28

    23.12.09

    Χριστουγεννιάτικη ιστορία




    Ένα διαχρονικά γοητευτικό παραμύθι που περνάει μηνύματα αισιοδοξίας, δημιουργώντας μια γιορτινή ατμόσφαιρα που ισορροπεί ανάμεσα στη νοσταλγία και το γέλιο.
    Ένα βιβλίο που είναι στο πνεύμα των ημερών και παραμένει επίκαιρο, συνεχίζοντας να απασχολεί σύγχρονους δημιουργούς, είναι η «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» του Κάρολου Ντίκενς.
    Γενιές ολόκληρες παιδιών έχουν μεγαλώσει με τη μαγευτική Χριστουγεννιάτικη ιστορία του.
    Ο Κάρολος Ντίκενς έγραψε τη «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» το 1843.
    Μάλιστα, εκείνες τις ημέρες στην Αγγλία επικρατούσε ένας ασυνήθιστος παγετός.
    Ο Ντίκενς συνδύασε αυτόν τον καιρό με την χριστουγεννιάτικη ιστορία του και λέγεται ότι χάρη στην παγκόσμια απήχηση του βιβλίου του, τα Χριστούγεννα είναι απόλυτα ταυτισμένα -στο συλλογικό υποσυνείδητο όλου του κόσμου- με το χιόνι.
    Ο μεγάλος συγγραφέας βρισκόταν σε πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση, όταν έγραφε τη «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία».
    Παρ’ όλα αυτά, πλήρωσε μόνος του τα έξοδα της έκδοσης του βιβλίου κι επέμεινε σε πολυτελές εξώφυλλο και εικονογράφηση.
    Απαίτησε η τιμή του να είναι εξαιρετικά χαμηλή, έτσι ώστε όλοι οι άνθρωποι -οι περισσότεροι φτωχοί δυστυχισμένοι εκείνη την εποχή- να μπορούν να το αγοράσουν.
    Το βιβλίο κυκλοφόρησε την εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα του 1843 κι έγινε αμέσως τεράστια επιτυχία, αν και εξαιτίας του υψηλού κόστους της έκδοσης, τα έσοδα του Ντίκενς ήταν χαμηλότερα από τα αναμενόμενα.
    Από τότε, το όνομα του Charles Dickens συνδέθηκε για πάντα με τα Χριστούγεννα.
    Σίγουρα δεν μπορούσε να φανταστεί ότι 166 χρόνια μετά, θα εξακολουθούσε να παραμένει επίκαιρος και περιζήτητος για το πνεύμα των ημερών: ο κόσμος του Ντίκενς μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη παραμονή Χριστουγέννων, με πρωταγωνιστή τον Τζιμ Κάρεϊ, με τη χρήση της υπερσύγχρονης τεχνολογίας της Ντίσνεϊ Real D και σκηνοθέτη τον Ρόμπερτ Ζεμέκις.

    Με αυτό το νέο είδος ψυχαγωγίας ο θεατής αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα στο έργο κάνοντας ένα ταξίδι στο χωροχρόνο, όταν ο Σκρουτζ συναντά τα τρία πνεύματα που τον κάνουν να αναθεωρήσει τις πραγματικές αξίες της ζωής:
    το πνεύμα του παρελθόντος, το πνεύμα του παρόντος 
    και το πνεύμα του μέλλοντος.

    «Μα πως μπορώ να είμαι ευδιάθετος, όταν ζω σ’ ένα κόσμο γεμάτο χαζούς ανθρώπους; 
    Αλήθεια δεν μπορώ να καταλάβω γιατί όλοι χαίρονται όταν έρχονται τα Χριστούγεννα!
    Είναι μια περίοδος που πρέπει να ξοδεύεις συνεχώς χρήματα, χωρίς να εισπράττεις τίποτα.
    Γίνεσαι ένα χρόνο μεγαλύτερος αλλά ούτε κατά μια ώρα πλουσιότερος.
    Αν ήταν στο χέρι μου, θα φρόντιζα όποιος λέει: «Καλά Χριστούγεννα» να έβραζε μέσα στην ίδια του την πουτίγκα! Δεν θα μου καιγόταν καρφί αν δεν γιορτάζονταν ποτέ τα Χριστούγεννα!»

    Έτσι παρουσιάζει ο Κάρολος Ντίκενς, μέσα από το βιβλίο του, τον Εμπενίζερ Σκρουτζ, ο οποίος είναι μέχρι σήμερα το πρότυπο ενός τσιγκούνη.
    Ένας άνθρωπος εσωστρεφής, στερημένος κάθε απόλαυσης, χαράς και διασκέδασης, δεν μπορεί να καταλάβει τη χαρά των Χριστουγέννων, γιατί βλέπει την μεγάλη αυτή γιορτή μόνο σαν περιττό έξοδο.
    Η χαρά των ανθρώπων γύρω του δεν τον αγγίζει, αντίθετα τους βρίσκει χαζούς επειδή δεν νοιάζονται για τα χρήματα που ξοδεύουν, χρήματα που γι’ αυτόν είναι περιττές και αλόγιστες σπατάλες.
    Ο ανιψιός του πάλι, γιος της πολυαγαπημένης του αδελφής που δεν ζει πια, καταλαβαίνει απόλυτα και ζει τη χαρά των Χριστουγέννων, αγνοώντας τα έξοδα.
    Την ίδια γνώμη συμμερίζεται και ο Μπομπ Κράτσιτ, ο μοναδικός υπάλληλος του Σκρουτζ. Παρ’ όλο που ζει σε άθλιες συνθήκες λόγω της τσιγκουνιάς του αφεντικού του, προσπαθεί με όσα μέσα έχει, να ζήσει χαρούμενα με τη γυναίκα και τα πολλά παιδιά του τα Χριστούγεννα.


    Είναι βράδυ, παραμονή Χριστουγέννων. 
    Ο Σκρουτζ φτάνει στο σπίτι που παλιά μοιραζόταν με το συνεταίρο του Τζέικομπ Μάρλευ. 
    Ο Τζέικομπ Μάρλευ έχει πεθάνει πριν εφτά χρόνια, κι έτσι το σπίτι ανήκει πλέον στον Σκρουτζ. Βλέπει παράξενες οπτασίες, που έχουν σχέση με τον πρώην συνεταίρο του. 
    Φοβισμένος, ετοιμάζει το βραδινό το ενώ ακούει παράξενους ήχους.
    Ξαφνικά βλέπει να μπαίνει μέσα από την πόρτα το φάντασμα του πρώην συνεταίρου του. 
    Μακριές αλυσίδες ξεκινάνε από το λαιμό, τη μέση και τα ρούχα του και κρατάνε ταμεία, κλειδαριές και λογιστικά βιβλία.
    Ο Σκρουτζ στην αρχή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινά όσα συμβαίνουν γύρω του, αλλά στο τέλος πείθεται κι αρχίζει να ρωτάει το φάντασμα για ποιο λόγο τον επισκέφτηκε. Το φάντασμα του περιγράφει τα μαρτύρια της μεταθανάτιας ζωής του, τονίζοντάς του πως κάθε κακή πράξη που έκανε όσο ζούσε, πρόσθετε ένα κρίκο στην αλυσίδα που θα κουβαλούσε όταν πέθαινε. Προσπαθούσε να τον προειδοποιήσει πως θα πάθαινε και ο Σκρουτζ τα ίδια και χειρότερα εάν δεν άλλαζε τον τρόπο ζωής του.
    Ο Σκρουτζ θα πρέπει να μαλακώσει την καρδιά του, για να αναθεωρήσει τη σκληρή στάση μιας ολόκληρης ζωής και να επανορθώσει τα σφάλματα του, προτού είναι πολύ αργά…
    Επίσης, τον ειδοποιεί πως θα τον επισκέπτονταν τρία πνεύματα, το πρώτο στις μία η ώρα, το δεύτερο την ίδια ώρα την άλλη μέρα, και το τρίτο στις δώδεκα η ώρα μετά τα μεσάνυχτα την άλλη μέρα.

    Μετά την φυγή του φαντάσματος, ο Σκρουτζ κοιμάται μπερδεμένος χωρίς να μπορεί ακόμη να πειστεί ολοκληρωτικά  ότι όλα  αυτά που συνέβησαν ήταν αληθινά. Ξαφνικά, στις μία η ώρα, με τον πρώτο χτύπο του  ρολογιού, ο Σκρουτζ αρχίζει να περιμένει αγωνιωδώς το πρώτο πνεύμα των  Χριστουγέννων. Όταν αυτό εμφανίζεται ο Σκρουτζ παραξενεύεται επειδή έχει μορφή παιδιού. Του λέει α πως είναι το πνεύμα των περασμένων Χριστουγέννων και ότι θα του δείξει σκιές από ότι έγινε στο παρελθόν.
    Αρχίζει δείχνοντάς του το πως περνούσε ο Σκρουτζ όταν ήταν παιδί τα Χριστούγεννα. Απομονωμένος από τα άλλα  παιδιά και την οικογένειά του, ζούσε με τους ήρωες από τα παραμύθια του. Οι συμμαθητές του έπαιζαν, τραγουδούσαν και γελούσαν διασκεδάζοντας τις γιορτινές αυτές ημέρες, ενώ εκείνος κλεισμένος μέσα στο οικοτροφείο του σχολείου του διάβαζε ένα βιβλίο.
    Κάποια άλλα Χριστούγεννα που είναι πια έφηβος, του δείχνει πως η αδελφή του η Φαν ορμά να του πει τα ευχάριστα νέα: Ο πατέρας του δέχτηκε να τον έχει μαζί του για τα Χριστούγεννα.
    Μετά του δείχνει κάποια άλλα Χριστούγεννα που γιορτάζει μαζί με τους συναδέλφους του και το αφεντικό του.
    Μια άλλη χρονιά του δείχνει την αγαπημένη του η οποία κατάλαβε ότι ο Σκρουτζ τώρα πια αγαπάει μόνο τα χρήματα και τον αποδέσμευσε από την υπόσχεση γάμου που της είχε δώσει.
    Ο γερο-Σκρουτζ ικετεύει το πνεύμα των περασμένων Χριστουγέννων να σταματήσει να του δείχνει εικόνες από το παρελθόν, επειδή είχε μετανιώσει για τις αποφάσεις του, αλλά το πνεύμα τον οδήγησε αρπάζοντάς τον σε κάποια άλλα περασμένα Χριστούγεννα. Μετά από αυτήν εικόνα ο Σκρουτζ καταφέρνει να διώξει το πνεύμα των περασμένων Χριστουγέννων.

    Ο Σκρουτζ ξυπνάει πάλι στο κρεβάτι του και βλέπει το ρολόι να δείχνει σχεδόν μία η ώρα. Αυτή τη φορά τον καλεί το πνεύμα κοντά του, ένας γιγάντιος ενήλικας που είχε γύρω του διάφορα φαγητά και κρατάει ένα μεγάλο κέρας από το οποίο έβγαιναν φλόγες. Ο Σκρουτζ κρατήθηκε απ’ αυτόν και ταξίδεψαν στα Χριστούγεννα αυτής της χρονιάς. Οι άνθρωποι έβγαιναν από τις εκκλησίες για να πάνε για το εορταστικό γεύμα των Χριστουγέννων είτε σαν καλεσμένοι σε συγγενικά ή φιλικά σπίτια, είτε κάθε οικογένεια χωριστά.
    Επισκέπτονται το σπίτι του υπαλλήλου του Σκρουτζ και βλέπουν πόσο φτωχικά, αλλά χαρούμενα και γεμάτοι αγάπη, γιορτάζουν τα Χριστούγεννα. Ο Κράτσιτ έχει πολλά παιδιά, (ένα απ’ αυτά είναι ο μικρός Τιμ που είναι βαριά άρρωστος , αλλά γεμάτος αισιοδοξία και καλοσύνη) και το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι είναι ιδιαίτερα φτωχικό με μια μικρή χήνα γεμισμένη με λαχανικά. Ο Σκρουτζ ανησυχεί για το μέλλον του μικρούλη Τιμ και ρωτά γι’ αυτόν το πνεύμα σχετικά με την τύχη του. Το πνεύμα του μιλά για τις σκιές του μέλλοντος που βλέπει, για μια θέση αδειανή με το παρατημένο δεκανίκι του Τιμ και λέει στον Σκρουτζ πως αν τα πράγματα μείνουν ως έχουν τότε ο μικρούλης Τιμ θα πεθάνει.
    Κοιτάζουν πάλι μέσα στο παρόν και βλέπουν τον κύριο Κράτσιτ να κάνει πρόποση στην υγεία του Σκρουτζ.
    Το πνεύμα περιηγείται με τον Σκρουτζ στα σπίτια των ανθρακωρύχων, στους φάρους με τους φαροφύλακες, ακόμη και στα πλοία με τους ναυτικούς και όλου ζουν χαρούμενα την ημέρα των Χριστουγέννων.
    Τέλος καταλήγουν στο σπίτι του ανιψιού του Σκρουτζ, όπου έχει στηθεί μεγάλο γλέντι. Όλοι χαρούμενοι διασκεδάζουν, παίζοντας παιχνίδια, όπου και ο Σκρουτζ θα ήθελε πολύ να πάρει μέρος. Όλοι γελούν και χορεύουν, τρώνε και πίνουν. Ακόμη και στην υγεία του Σκρουτζ!
    Το φάντασμα των φετινών Χριστουγέννων προτρέπει τον Σκρουτζ να προφυλαχτεί από την άγνοια και την απληστία για το δικό του καλό.

    Το τρίτο φάντασμα τον επισκέπτεται ακριβώς τα μεσάνυχτα.
    Το κεφάλι του είναι τυλιγμένο σε μια μαύρη κουκούλα και το σώμα του τυλιγμένο με έναν μαύρο μανδύα.
    Ο Σκρουτζ ήταν προετοιμασμένος αυτή τη φορά. Μόνος του κατάλαβε πως αυτό ήταν το πνεύμα των μελλοντικών Χριστουγέννων και βγήκε μαζί του έξω στον χιονισμένο δρόμο.
     Άκουσε κάποιους εμπόρους να κοροϊδεύουν έναν άνθρωπο που έλεγαν πως είχε πεθάνει.
    Πιο εκεί, σε μια κακόφημη και ρυπαρή συνοικία με μισογκρεμισμένα σπίτια, είδε σε ένα παλιατζίδικο να πηγαίνουν τρία άτομα: μία πλύστρα, ένας νεκροθάφτης και μια παραδουλεύτρα.
    Όλοι τους έδιναν στον παλιατζή προσωπικά αντικείμενα κάποιου που είχε πεθάνει, προκειμένου να πάρουν χρήματα. Ο Σκρουτζ αναρωτιόταν ποιος  άνθρωπος ήταν αυτός που είχε πεθάνει και τον κακολογούσαν και πουλούσαν τα πράγματά του.
    Το φάντασμα τον οδηγεί σε ένα κρεβάτι, όπου ένας νεκρός με σκεπασμένο το πρόσωπο κείτονταν. Όμως δεν τολμούσε να σηκώσει το σεντόνι και να δει ποιος ήταν. Καταλαβαίνει όμως πως θα μπορούσε να ήταν αυτός, ο ίδιος ο νεκρός.
    Μετά το φάντασμα τον οδηγεί στο σπίτι του ανιψιού του, ο οποίος λέει στη γυναίκα του ότι ο δανειστής του πέθανε και ότι είχαν πια ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα.
    Κατόπιν πηγαίνουν στο σπίτι του υπαλλήλου, όπου όλοι κλαίνε, ο μικρούλης Τιμ δεν ζει πια. Ο Σκρουτζ στεναχωριέται από αυτό το γεγονός.
    Το φάντασμα οδηγεί τον Σκρουτζ στο γραφείο του, όπου όμως άλλος δουλεύει. Στο τέλος τον οδηγεί σε ένα νεκροταφείο και του δείχνει μια ταφόπλακα που έχει το όνομά του επάνω της!

    Ο Σκρουτζ ξυπνά κατατρομαγμένος στο κρεβάτι του, αλλά μόλις καταλάβει πως δεν έχει πεθάνει ακόμη, χαρούμενος αρχίζει να χοροπηδάει!
    Βγαίνει στο παράθυρο και ρωτά έναν μικρό
    «τι μέρα είναι;»
     «Χριστούγεννα» του απαντά ο μικρός και τότε του παραγγέλνει να πάει να αγοράσει μια τεράστια γαλοπούλα την οποία και στέλνει στην οικογένεια των Κράτστ.
    Βγαίνει στο δρόμο, πηγαίνει στην εκκλησία, χαιρετάει όλο τον κόσμο και καταλήγει στο σπίτι του ανιψιού του Φρεντ, όπου ήταν καλεσμένος.
    Το επόμενο πρωί ο Σκρουτζ έφτασε πολύ νωρίς στο γραφείο του και έπιασε τον Κράτσιτ αργοπορημένο. Αρχίζει απειλητικά να τον μαλώνει και στο τέλος πλησιάζει κοντά του και του λέει:
     «Γι’ αυτό το λόγο λοιπόν… θα σου κάνω αύξηση!»
    Ο Κράτσιτ δεν το πιστεύει αυτό που γίνεται και πιστεύει πως ο Σκρουτζ τρελάθηκε.
    Ο Σκρουτζ παύει δια μιας όλους τους κανονισμούς που είχε για οικονομία και λέει πως θα φροντίσει για τον  Τιμ αλλά και για τον μεγαλύτερο γιο του Κράτσιτ ο οποίος έψαχνε για δουλειά.
     Ο Τιμ τελικά δυνάμωσε και κατάφερε και περπάτησε κανονικά!
    Ο Σκρουτζ έγινε ο καλύτερος άνθρωπος στην πόλη του, φρόντιζε όποιον είχε ανάγκη, γιόρταζε πάντα μαζί με όλους τους άλλους τα Χριστούγεννα.
    Αυτό που έλεγε πάντα στους άλλους ήταν τα λόγια του Τιμ:
     «Ο Θεός να μας ευλογεί όλους!»

     




    Καλά Χριστούγεννα 
    να έχουμε όλοι!
    Με υγεία, αγάπη 
    και καλή διάθεση!


    25.9.09

    Ξενοδοχείον Το Σύστημα

     
     


    Την πολιτική και ιδεολογική μου θέση την είχα εκφράσει κάποτε σε μια μικρή υποσημείωση.
    Ε! υποσημείωση ήταν, δεν προσέχτηκε. Έτσι εξακολουθούν να με ρωτούν πού ανήκω ή τι πιστεύω. (Παρ' όλο που ποτέ δεν κατάλαβα γιατί πρέπει να ανήκω κάπου, οπωσδήποτε).

    Ωστόσο, έχω μια ξεκάθαρη τοποθέτηση και μου είναι πολύ εύκολο να την περιγράψω.
    Έστω κι αν δεν "ανήκω" πουθενά.
    Έγραφε λοιπόν η υποσημείωση:
    "Είμαι οπαδός εκείνου του συστήματος, που παρέχει στο άτομο το μάξιμουμ των υπηρεσιών με το μίνιμουμ των ενοχλήσεων".
    Όπως βλέπετε, το κριτήριό μου για την υποστήριξη ενός πολιτικο-κοινωνικού-οικονομικού συστήματος είναι εντελώς πρακτικό. Δεν με ενδιαφέρουν οι αρχές του (που συνήθως απέχουν πολύ από την πράξη: όλες οι δικτατορίες, δημοκρατίες λέγονται!). Δεν με ενδιαφέρει η ιδεολογία, ούτε το δόγμα, ούτε το σύστημα διοίκησης ή η διάρθρωση της οικονομίας. Με ενδιαφέρει το αποτέλεσμα.  
    Τι προσφέρει στον πολίτη - σε σχέση με το τι του ζητάει.
    Σ' άλλο μου βιβλίο είχα γράψει, πως "η καλύτερη εξουσία είναι αυτή που επεμβαίνει λιγότερο στη ζωή μου". Αυτή δηλαδή, που με αφήνει να διαλέγω, να εκδηλώνομαι, να ολοκληρώνομαι όπως θέλω. Αυτό είναι το ένα βασικό κριτήριο ενός καλού συστήματος - και είναι, ας πούμε, αρνητικό (το μίνιμουμ της ενόχλησης). Το άλλο είναι θετικό: Τι υπηρεσίες μου προσφέρει το σύστημα (γιατί δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε: το σύστημα υπάρχει για να υπηρετεί εμάς - και μόνο γι' αυτό). Αν λοιπόν οι υπηρεσίες είναι καλές, και υπάρχει και ελευθερία, τότε αυτό είναι το καλύτερο σύστημα και δεν με νοιάζει ούτε πώς το λένε, ούτε τι πιστεύει.
    Έχει ελεύθερους, χαρούμενους και ευτυχισμένους πολίτες.
    Παρά λίγο θα έλεγα: ευτυχισμένους πελάτες. Και σωστά - είμαστε οι πελάτες του συστήματος. Κι ο πελάτης είναι ο σκοπός της ύπαρξής του. Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Μόνο που δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ούτε τη θέση μας, ούτε τη δύναμή μας - και αφήνουμε το σύστημα να μας δυναστεύει χωρίς λόγο.
    Κι έτσι, πολύ απλά, διαλέγω κοινωνικό σύστημα όπως διαλέγω ξενοδοχείο.
    Πόσο κοστίζει; 
    Τι προσφέρει γι' αυτά τα χρήματα; 
    Το φαγητό είναι καλό; 
    Η θέρμανση αρκετή; 
    Η εξυπηρέτηση γρήγορη;
    Ας υποθέσουμε πως κάποιος έρχεται από άλλον πλανήτη (άνθρωπος, όμως, σαν και μας) και θέλει να διαλέξει τον τόπο που θα μείνει. Φαντάζομαι πως, σαν λογικός και πρακτικός άνθρωπος, θα έκανε ένα ερωτηματολόγιο - και με βάση αυτό θα βαθμολογούσε τα διάφορα συστήματα.
    Έτσι π.χ. θα ρωτούσε:
    Μπορεί κανείς, χωρίς συνέπειες, να κριτικάρει ανοιχτά την κυβέρνηση; 
    Μπορεί κανείς να φιλήσει το κορίτσι του στο δρόμο; 
    Μπορεί να είναι μαύρος, Εβραίος, βουδιστής ή αναρχικός, χωρίς συνέπειες; 
    Μπορεί να φύγει όποτε θέλει στο εξωτερικό; 
    Πόσες ώρες χρειάζεται για να περάσει ένα αυτοκίνητο από τον (εκάστοτε) Χολαργό; 
    Πόσα ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη χρειάζονται για να αγοραστεί ένα κοστούμι ή ένα ψυγείο;
    Το ερωτηματολόγιο θα κάλυπτε θέματα κοινωνικής ασφάλισης (παροχές και τρόπους παροχής), εθνικό εισόδημα, κατά κεφαλήν εισόδημα και ψαλίδα ανισότητας, φόρους, ευκαιρίες μόρφωσης και επαγγέλματος, ευκολίες που παρέχονται (δρόμοι, μέσα συγκοινωνίας, αποχέτευση, τηλέφωνα, πάρκινγκ, τηλεόραση) ακόμη και την "ποιότητα" ζωής - που βέβαια δύσκολα αναλύεται σε ερωτήσεις.
    Ίσως, με ένα τέτοιο ερωτηματολόγιο, να μην έβγαινε η καλύτερη χώρα. Οπωσδήποτε όμως θα φαινόντουσαν αμέσως οι χειρότερες, αυτές που αποκλείονται. Από κει και πέρα, ο διαστημάνθρωπός μας μπορεί να κάνει ελεύθερα την επιλογή του ανάμεσα στις επικρατέστερες - κατά το κέφι και το μεράκι του. Μια επίσκεψη επί τόπου, θα του έδινε και κάτι που δε βγαίνει στα ερωτηματολόγια: την "ατμόσφαιρα" μιας χώρας.
    Και για να ξανάρθουμε στο αρχικό μας ερώτημα: Θα θεωρούσα λοιπόν καλύτερο σύστημα, αυτό που ισχύει στις χώρες που θα έπαιρναν τους περισσότερους βαθμούς στο ερωτηματολόγιό μου.
    Θα μου πείτε πώς μπορεί να φτιάξει κανείς το ερωτηματολόγιο έτσι, που να πρωτεύσει το σύστημα της αρεσκείας του. Φυσικά μπορεί. Αλλά τότε δεν του χρειάζεται το ερωτηματολόγιο, αφού ήδη έχει προ-επιλέξει το σύστημά του.
    Εγώ προτείνω σαν κριτήριο (και άρα σαν αφετηρία για τα ερωτήματα) τις βασικές ανθρώπινες ανάγκες: Ελευθερία, μόρφωση, εργασία, ασφάλιση, άνεση.
    Ίσως πάλι πει κανείς πως μερικά συστήματα δεν προσφέρουν τώρα ελευθερία και άνεση - για να τις προσφέρουν στις επόμενες γενεές. Λυπάμαι - αυτό το δίσκο τον έχω ακούσει πολλές φορές, με πολλούς τίτλους: "Τραγούδι του Γύψου", "Τραγούδι της Βασιλείας των Ουρανών" κλπ. Δεν βλέπω κανένα λόγο να προτιμώ το ξενοδοχείο που ισχυρίζεται πως ΘΑ προσφέρει σύντομα θέρμανση και νερό - όταν το διπλανό τα έχει ήδη.
    Ζητάω συγνώμη αν η σκέψη μου, φτωχή, χωρίς ιδεολογική έξαρση και ιδεαλιστικές πτήσεις, απογοητεύει. Αλλά στον κυκεώνα των φιλοσοφιών, ιδεολογιών, συστημάτων και μεθόδων - εγώ συνεισφέρω την "ιδεολογία του κοινού νου".
    Σε όσους βρουν την ιδεολογία μου ισχνή - της χαρίζω έναν άλλο τίτλο: "Ιδεολογία του ανθρώπου". Τίποτε άλλο δεν υποστηρίζω, παρά πως το σύστημα πρέπει να κόβεται στα μέτρα του ανθρώπου. Πως πρέπει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες και τις επιθυμίες του. Κι όχι -όπως καταντήσαμε σήμερα- να μελετάμε θεωρητικά ένα σύστημα και μετά να προσπαθούμε να προσαρμόσουμε (με το ζόρι) τους ανθρώπους σ' αυτό.
    Ποιες είναι οι ανάγκες του ανθρώπου;
    Μας τις μαθαίνει και η επιστήμη και η πείρα. Η σωστή θεωρία του μάρκετινγκ, που πρεσβεύει πως τα προϊόντα πρέπει να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των καταναλωτών, θα μπορούσε να μας χρησιμεύσει σαν θεωρητικό υπόδειγμα. (Είναι δημοκρατικότερο το μάρκετινγκ από όσο νομίζουμε. Ξεκινάει από τις ανάγκες και τις επιθυμίες του ατόμου. Μετά, κάθε αγορά είναι και μια ψήφος). Στο μάρκετιγκ π.χ. ενός ξενοδοχείου, θα μελετούσαμε πρώτα τις ανάγκες του πελάτη και θα φροντίζαμε να τις ικανοποιήσουμε στο μέτρο του δυνατού, έτσι που να πετύχουμε σαν ξενοδοχείο.

    Εύχομαι κάποτε, τα συστήματα να γίνουν πραγματικά στα μέτρα του ανθρώπου.
    Για να μπορέσουν όλοι οι άνθρωποι να περάσουν τις σύντομες διακοπές τους στη γη, σε ένα καλό, άνετο και ζεστό ξενοδοχείο...


    Νίκος Δήμου 
    http://www.ndimou.gr/
    Δημοσιογράφος, Συγγραφέας, Φωτογράφος, Αρθρογράφος σε εξειδικευμένα έντυπα (από Internet μέχρι αυτοκίνητο) και πριν από αυτά ένας επιτυχημένος Διαφημιστής πού άφησε τον χώρο για να κάνει του κεφαλιού του. Ένα από τα πρώτα συγγραφικά sites με αρκετές δόσεις από το λεπτό αριστοκρατικό χιούμορ.



    Το θεώρησα επίκαιρο, αφού σε λίγες μέρες θα επιλέξουμε το "Σύστημα" που θα μας κυβερνήσει και θέλησα να το μοιραστώ μαζί σας.

    Καλό Σ/Κ σας εύχομαι, με υγεία και αγάπη πάντα...

    23.9.09

    Δεκάλογος αρμονικής επιβίωσης







    1. Όλοι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί. Και θα πρέπει να κάνουν ό,τι μπορούν για να παραμείνουν έτσι.

     2. Σε κάθε άνθρωπο έχουν δοθεί δύο ποιότητες: η δύναμη και το ταλέντο. Η δύναμη τον οδηγεί να συναντήσει το πεπρωμένο του, το ταλέντο του τον υποχρεώνει να μοιραστεί με τους άλλους τα καλά του στοιχεία. Ο καθένας πρέπει να γνωρίζει πότε να χρησιμοποιεί το ένα και πότε το άλλο.

     3. Σε κάθε άνθρωπο έχει δοθεί μια αρετή: η ικανότητα να επιλέγει. Για όποιον δεν χρησιμοποιεί αυτή την αρετή, μετατρέπεται σε κατάρα – και οι άλλοι θα επιλέγουν πάντα για λογαριασμό του.

     4. Κάθε άνθρωπος έχει τον Προσωπικό του Μύθο να υλοποιήσει και αυτός είναι ο λόγος που έρχεται στον κόσμο. Ο Προσωπικός Μύθος εκδηλώνεται στον ενθουσιασμό του για όσα κάνει.

     5. Κάθε άνθρωπος πρέπει να γνωρίζει δύο γλώσσες: τη γλώσσα της κοινωνίας και την γλώσσα των οιωνών. Η πρώτη εξυπηρετεί την επικοινωνία με τους άλλους. Η δεύτερη χρησιμοποιείται για να εξηγεί τα μηνύματα από τον Θεό.

     6. Κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να αναζητά την απόλαυση – αυτό δηλαδή που δίνει σ’ εκείνον χαρά και όχι κατ’ ανάγκη στους άλλους.

     7. Κάθε άνθρωπος πρέπει να διατηρεί ζωντανή μέσα του την ιερή φλόγα της τρέλας. Και πρέπει να συμπεριφέρεται σαν κανονικός άνθρωπος.

     8. Τα μόνα σφάλματα που θεωρούνται σοβαρά είναι τα εξής: να μη σέβεσαι τα δικαιώματα του άλλου, να παραλύεις από τον φόβο, να αισθάνεσαι ένοχος, να νομίζεις ότι δεν αξίζεις ό,τι καλό και κακό σου συμβαίνει στη ζωή και να είσαι δειλός. Να αγαπούμε τους εχθρούς μας, αλλά να μην κάνουμε συμμαχίες μαζί τους. Βρίσκονται στον δρόμο μας για να δοκιμάσουν το σπαθί μας και αξίζουν τον σεβασμό της μάχης μας. Εμείς να διαλέγουμε τους εχθρούς μας και όχι αντίστροφα.

     9. Όλες οι θρησκείες οδηγούν στον ίδιο Θεό και όλες αξίζουν τον ίδιο σεβασμό.

     10. Ό,τι κάνουμε στο παρόν επηρεάζει το μέλλον ως συνέπεια και το παρελθόν ως λύτρωση. 

    Πάολο Κοέλιο (Paulo Coelho) Βραζιλιάνος συγγραφέας.  
    Πολλά από τα έργα του έχουν μία ιδιαίτερη και μυστικιστική ατμόσφαιρα, ενώ πολύ σύνηθες θέμα τους είναι η αφοσίωση σε ένα στόχο και η επίτευξη των ονείρων. Έχει πουλήσει πάνω από 20 εκατομμύρια βιβλία σε ολόκληρο τον κόσμο και τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε 38 γλώσσες. Του έχουν απονεμηθεί πολλά λογοτεχνικά βραβεία από διάφορες χώρες.   
    Παρότι Χριστιανός Καθολικός, τα κείμενά του συνδυάζουν με ένα ιδιαίτερο τρόπο τη θρησκευτικότητα και τον μυστικισμό, διαλογισμό και πνευματικές ασκήσεις και εμπειρίες από το μυστικιστικό παρελθόν του, που συχνά ίσως να αντιτίθενται στη γραμμή του επίσημου Καθολικισμού.  
    Ενδιαφέρον έχει να πούμε ότι η επίσημη Ελληνική Εκκλησία δεν έχει αντιδράσει θετικά ή αρνητικά για την επιτυχία του στη χώρα μας (σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις όπως πχ. με τον Χάρυ Πότερ).  






    8.8.09

    «Οι τρεις ερωτήσεις»



    Ήταν ένας βασιλιάς ο οποίος μια μέρα σκέφτηκε ότι αν ήξερε


    1. πότε είναι η κατάλληλη ώρα να κάνει κάτι,


    2. ποιούς θα έπρεπε να ακούει για να πάρει την απόφαση του, και


    3. ποιό είναι το πιο σημαντικό πράγμα που θα έπρεπε να κάνει,


    τότε δεν θα αποτύγχανε σε τίποτα από αυτά που πιθανόν να αναλάμβανε να πραγματοποιήσει.

    Φυσικά ρώτησε τους σοφούς της χώρας του αλλά δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν μεταξύ τους.
    Στη συνέχεια της ιστορίας επισκέφτηκε έναν ερημίτη ο οποίος είχε φήμη σοφού.
    Κατά την διάρκεια μιας ολόκληρης ημέρας αφού έθεσε την ερώτηση ο ερημίτης δεν έβγαλε μιλιά.
    Όταν την επομένη ο βασιλιάς θυμωμένος είπε στον ερημίτη ότι τελικά δεν ήταν και τόσο σοφός όσο ήθελε η φήμη του, αφού δεν του απάντησε τις τρεις ερωτήσεις, ο ερημίτης του εξήγησε ότι οι ερωτήσεις του είχαν απαντηθεί ήδη 2 φορές την προηγουμένη μέσω των γεγονότων που είχαν συμβεί.
    Στην αναμενόμενη ερώτηση του βασιλιά ποιές ήταν λοιπόν αυτές οι απαντήσεις πήρε την παρακάτω εξήγηση:

    1. Η καταλληλότερη στιγμή να κάνουμε κάτι είναι τώρα. Είναι εξάλλου η μοναδική στιγμή πάνω στην οποία έχουμε εξουσία.


    2. Ο καταλληλότερος να ακούσουμε είναι αυτός με τον οποίο βρισκόμαστε μαζί. Κανένας δεν ξέρει αν θα έχουμε την ευκαιρία να συνεβρεθούμε με κάποιον άλλο, γιατί πάντα πρέπει να σκεφτόμαστε, ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να πεθάνουμε.


    3. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να τον βοηθάμε. Γιατί αυτός είναι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο δόθηκε ζωή στον άνθρωπο.

    Λέων Τολστόι, 1828 - 1910

    Κορυφαίος Ρώσος μυθιστοριογράφος και ηθικός στοχαστής, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της (ρεαλιστικής) λογοτεχνίας σε παγκόσμια κλίμακα.







    Eύχομαι καλό Σαββατοκύριακο σε όλους!

    6.8.09

    Έχει Πανσέληνο απόψε...


    ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ
    Υπάρχει τόση μοναξιά σε 'κείνο το χρυσάφι
    Το φεγγάρι της νύχτας δεν είναι η σελήνη

    που είδε ο πρώτος Αδάμ.

    Οι μακρινοί αιώνες της ανθρώπινης αγρύπνιας

    την γέμισαν με δάκρυα μες τα χρόνια.

    Κοίτα τη! Είναι ο δικός σου καθρέφτης.

    (Jorge Luis Borges, 1970)



    Το χρώμα του φεγγαριού
    (Αλκυόνης Παπαδάκη)



    – Τι χρώμα έχει η λύπη;
    Ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά. Δεν άκουσες; Σε ρώτησα, τί χρώμα έχει η λύπη;


    – Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγκαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλε.


    – Τί χρώμα έχουν τα όνειρα;


    – Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.


    – Τί χρώμα έχει η χαρά;


    – Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.


    – Και η μοναξιά;


    – Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί.


    – Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.


    – Το αστέρι έκλεισε τα μάτια του και ακούμπησε στο φράκτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.


    – Και η αγάπη;

    Ξέχασα να σε ρωτήσω, τί χρώμα έχει η αγάπη;


    – …Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού, απάντησε το δέντρο.


    – Τί χρώμα έχει ο έρωτας;


    – Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.


    – Έτσι ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε τo αστέρι…
    Κοίταξε μακριά στο κενό… Και δάκρυσε …



    Ζω…

    – Δε φοβάσαι που θα πεθάνεις;


    – Σήμερα πάντως ζω! Σου σφίγγω τα χέρια, σε κοιτάζω στα μάτια. Μην αφήνεις ποτέ σου το σήμερα να μαραίνεται. Μην αφήνεις τη ζωή να χάνεται σαν την άμμο μέσα από τα δάκτυλά σου. Ζήσε. Κατάλαβες; Ζήσε! Μη βάζεις το σήμερα ενέχυρο σ' αυτό που εννοούνε μερικοί μουχλιασμένο Αύριο. Το Σήμερα είναι δικό σου, φίλε. Αγάπησέ το!


    Συγχωρώ!


    – Δίνε το χέρι σου στον άλλο χωρίς να κρίνεις. Κάνε του λίγο χώρο μέσα σου να ξαποστάσει. Να πιεί μια γουλιά νερό. Σ' αυτό τον κόσμο, παλικάρι, όλοι έχουμε μερίδιο σε όλα. Μερίδιο στη χαρά, στα λάθη στην απόγνωση. Κι εσύ, θα 'ρθουν φορές που θα τα κάνεις θάλασσα στη ζωή σου. Ε! Δε θα σημάνει ποτέ γι' αυτό το τέλος του κόσμου! Εγώ είμαι γέρος, κι ακόμα κάποιες φορές τα κάνω θάλασσα. Δε βγαίνει με συνταγές η ζωή. Άντε στην υγειά σου!


    Ελπίζω!


    – Μην πικραίνεσαι, είπε. Και βούρκωσε. Είναι όμορφη η ζωή. Πίστεψέ με. Αξίζει να τη ζει κανείς, έστω κι αν κάποτε γεμίζει πληγές. Σε νιώθω. Λες να μην τα ξέρω όλ' αυτά; Μα να θυμάσαι πάντα, φιλαράκο, πως αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα. Δε σταματάει πουθενά η ζωή. Μη σε μπερδέψουνε κάτι κακομοίρηδες, που σφίγγουν σαν το παραδοσάκουλο της ψυχής τους. Κι ο άνθρωπος σαν τα δέντρα είναι. Ανθίζει, κάνει καρπούς, μαδάει, και πάλι απο την αρχή. Τώρα έχεις φουρτούνα εσύ, και δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Φύλαξέ τα όμως στο μυαλό σου αυτά που ακούς. Δεν σου κάνω το δάσκαλο. Ένας γερο-ξεκούτης είμαι. Μα αυτά τα πράγματα έτσι γίνονται. Το ξέρω καλά. Αν θέλεις να φύγεις, φύγε. Κανείς δεν μπορεί να σε κρατήσει. Προχώρα όρθιος όμως. Έτσι;

    ……………………………………………………


    – Aύριο θα 'ναι μια καινούρια μέρα, αγόρι μου. Πλύσου, χτενίσου, ψιθύρισε ένα τραγουδάκι και ξεκίνα. Δεν ξέρω τίποτ' άλλο να σου πω, Έζησα τόσα χρόνια σ' αυτή τη γη. Δεν αρνήθηκα ποτέ τα λάθη μου. Δε γουστάρω τους ανθρώπους που είναι ατσαλάκωτοι. Αξίζει να ζεις μέσα στη γυάλα, από φόβο μην πληγωθείς; Ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα. Κι όταν τσακίζεσαι, να 'χεις το θάρρος να λες: Με γεια μου με χαρά μου. Φτου κι από την αρχή τώρα. Όχι κακομοιριές και κλαψούρες. Η ζωή είναι όμορφη, παλικάρι μου, μόνο όταν την ζεις. Όταν κυλιέσαι μαζί της. Πότε σε λασπουριές και πότε σε ροδοπέταλα. Κράτα της αναμνήσεις σου και προχώρα… Μια περιπλάνηση είναι το διάβα μας σ' αυτό το κόσμο. Μια περιπλάνηση ανάμεσα ουρανού και γης. Άντε να πιούμε και το τελευταίο. Έχω να σηκωθώ νωρίς αύριο. Πρέπει να κλαδέψω τις τριανταφυλλιές. Αλλιώς, πώς θα θυμάμαι το χαμόγελο αυτηνής της κακούργας της Μελπομένης;


    Ποιός είναι ο δυνατός;


    – Ποιός είναι ο δυνατός; Ρώτησε ξαφνικά το δέντρο.


    – Αυτός που περπατά μέσα στη νύχτα μόνος του. Κι όμως, φοβάται τόσο το σκοτάδι. Αυτός που περιμένει στην πλαγιά τους λύκους. Κι ας τρέμει σαν το λαγό ακούγοντας τα ουρλιαχτά τους. Αυτός που γλιστράει, που γονατίζει, που γεμίζει λάσπες. Που χώνεται στο θολό ποτάμι ως το λαιμό. Και μια στιγμή, μέσα στο χαλασμό, απλώνει τα παγωμένα χέρια του, κόβει κίτρινες μαργαρίτες και στολίζει τα μαλλιά του. Αυτός είναι ο δυνατός.
    Ένα κουκούλι έπεσε κείνη την ώρα στο χώμα κι έσπασε. Μια πολύχρωμη πεταλούδα πήδηξε από μέσα. Ξεδίπλωσε τα φτερά της και πέταξε γύρω από τις μυρτιές. Ύστερα κοντοστάθηκε, κοίταξε μια στιγμή στα μάτια το Θεό, και ψιθύρισε:

    – Γειά σου! Τι όμορφος που είναι ο κόσμος σου!
    ……………………………………………………


    «Πρόσεξε μην ξεχάσεις ποτέ πως η ζωή αγαπά αυτούς που την περιμένουν στη γωνία του δρόμου μ' ένα λουλούδι στο χέρι. Μπορεί να γονατίζεις, να σέρνεσαι, να ματώνεις. Ωραία! Δε χάλασε ο κόσμος. Έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους. Έχεις πάντα το καιρό να σηκωθείς. Τ' αγάλματα μόνο δε λυγάνε».

    Ονειρεύονται… και ελπίζουν…


    – Πες μου ένα χαρούμενο τραγούδι για την ζωή, είπε το δέντρο στ' αστέρι του.


    – Το τραγούδι που λέει η καγκελόπορτα, όταν ανοίγει και μπαίνει κάποιος που αγαπάς.


    – Δείξε μου ένα ακριβό στολίδι.


    – Τα καράβια και τους Ινδιάνους με τα βέλη και τα πολύχρωμα φτερά, που είναι ζωγραφισμένα στους άσπρους τοίχους μιας καμαρούλας.


    – Όμορφη βραδιά απόψε. Άκου, πως τραγουδάει το τριζόνι!


    Σε λίγο θα βγει ο Αυγερινός. Σε λίγο θα ξημερώσει. Κοίτα που ξεχάστηκε μια ξελογιασμένη καρδερίνα. Και ξαγρυπνά. Κοιτάζει το φεγγάρι. Και ονειρεύεται…


    – Σε λίγο θα ξημερώσει… Κοίτα που ξεχάστηκαν κάποιοι ξελογιασμένοι άνθρωποι. Και ξαγρυπνούν. Κοιτάζουν το φεγγάρι. Κι ονειρεύονται…
    Ονειρεύονται και ελπίζουν…

    LinkWithin

    Related Posts with Thumbnails Bookmark and Share